21 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018 ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΙΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

21 ΜΑΡΤΙΟΥ 2018
ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΙΣ ΠΟΙΗΤΕΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Τ. ΓΑΛΑΤΗΣ * Γ. Χ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ * Χ. ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ
Κ. ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ * Ν. ΚΕΛΕΡΜΕΝΟΣ * Α. ΚΕΛΕΡΜΕΝΟΥ
Μ. ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΥ * Α. Ν. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ * Λ. Δ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
* Δ. ΣΑΛΟΥΣΤΡΟΣ * Σ. Κ. ΣΠΥΡΙΔΑΚΗΣ * NURAY TUNÇ
Χ. ΤΣΙΚΡΙΤΣΗ-ΚΑΤΣΙΑΝΑΚΗ * Ν. ΨΙΛΑΚΗΣ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΕΦΗ ΨΙΛΑΚΗ
ΑΦΙΣΑ: Λ. Δ. Π., «Η ποδηλάτισσα της Μήλου», σχέδιο με μελάνι σε χαρτί.
ΤΑΣΟΣ ΓΑΛΑΤΗΣ











Η ΟΔΟΣ

Οδός άνω κάτω μία και ωυτή
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ, 60
Χρόνια τώρα, τρεις δεκαετίες περίπου
ανεβοκατεβαίνοντας τη Μεσογείων ή πεζή
συλλαβίζω σιωπηλά τον λόγο του Σκοτεινού Εφέσιου
ότι σε τίποτα δεν διαφέρει ο ανήφορος από τον κατήφορο.
Δεν έβλεπε βέβαια εκείνος τις αγυιές της Ιωνίας
ό,τι αντικρίζω εγώ σήμερα στο πάλαι κλεινόν άστυ
τ’ αμάξια όμως ιπποκίνητα ή αυτοκίνητα
σε τίποτα δεν αλλάζουν το νόημα της οδού
εκτός αν άλλα εννοούσε που δεν μπορώ να συλλάβω
μα τι να πω εγώ, αφού ως κι ο Σωκράτης
παρά το δαιμόνιό του, είχε ανάγκη από Δήλιο κολυμβητή
για να καταδυθεί στο μυστικό τους.
Οδός άνω κάτω μία και η αυτή
όμοια μ’ εκείνη που διέτρεξα μια ολόκληρη ζωή
από το ένα σκοτάδι της ανυπαρξίας στο άλλο
ανηφορίζοντας ή κατηφορίζοντας στον ίδιο δρόμο
με τ’ αφηνιασμένα κάποτε άλογα
και τα δαιμονισμένα τροχοφόρα τώρα
τα έντρομα σκυλιά και γατιά στην άσφαλτο
τους διαδηλωτές έξω από την Εθνική Άμυνα
τα ασθενοφόρα εισβάλλοντας απειλητικά
στο Νοσοκομείο Θώρακος και στο Γενικό Κρατικό
κι εγώ αναζητώντας μάταια κάποιο Δήλιο κολυμβητή
να μου εξηγήσει επί τέλους
την πορεία και τον ρυθμό αυτού του κόσμου.
11.10.2017
*
ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ
ΛΕΥΚΟΤέΡΑ ΧΙΟΝΟΣ
Είχε μιαν εξαιρετική δεξιότητα:
έπιανε ένα μαχαιράκι
και καθάριζε, με επιμέλεια,
ως και τα τελευταία υπολείμματα κρέατος
από τα κόκκαλα.
Εξακολουθούσε να παλεύει
καθώς είχαμε, από ώρα, αποσώσει
στο τραπέζι οι υπόλοιποι.
Στην ανακομιδή των οστών της
δεν χρειάστηκε παρά μονάχα
να τα πλύνουμε με κρασί.
Ήτανε καθαρά, σαν τη ψυχούλα της.
Ο διαχωρισμός απ’ το φθαρτό της σάρκας
είχε πλήρως συντελεστεί.
Α! πώς ξεκοκκαλίζει ο Χάρος!
Α! πώς λευκαίνει το κατράμι του Θανάτου,
μάνα…
*
ΧΡΙΣΤΟΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ
Η ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΛΌΧΟΥ
Τήν πῆγα περίπατο εἰς τούς κήπους,
τῆς πρόσφερα γαρδένιες καί γιασεμιά·
ὅμως ἐκείνη ἄλλα ἐπιθυμοῦσε,
ἀνομολόγητα˙
γι’ αὐτό τόν Μπροῦνο προτίμησε, τόν ἰταλό.
Ὲρρέτω ἐξαῦτις κτήσομαι οὐ κακίω,
ναί οὐ κακίω.
Τό δ’ ὅλον, βραχύς ὁ βίος μας, ψυχή μου,
καί εἰ τό φέρον σέ φέρει, φέρε καί φέρου.
Οἱ δέ γυναῖκες, ἄπιστες εἰς τόν αἱώνα.
Λευκότριχες τό νῦν, προγάστορες, ἂς πίνουμε
μέχρι νά σβήσουνε οἱ λύχνοι
κρασί τῆς Πάρου κι ἂκρατο τῆς Μύρινας·
βραχύς ὁ βίος μας ἑταίροι και ἂφρων ὅς κ’ ἐθέλῃ
πρός κρείσσονας ἀντιφερίζειν.
28-12-2015
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1-Ὲρρέτω ἐξαῦτις κτήσομαι οὐ κακίω. Αρχίλοχος ο Πάριος (680-630 π.Χ ) για την ασπίδα του, που εγκατέλειψε στα χέρια του εχθρού για να σωθεί.
2- Εἰ τό φέρον σέ φέρει, φέρε καί φέρου. Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς (4ος π.Χ. αιώνας).
3-Ἂφρων ὅς κ’ ἐθέλῃ πρός κρείσσονας ἀντιφερίζειν. Ησίοδος, Έργα και Ημέραι, 210 (7ος π.Χ. αιωνας)
4-Ας πίνουμε μέχρι νά σβήσουνε οἱ λύχνοι, πρβ. Αλκαίος(7ος π.Χ. αιώνας), πώνωμεν∙ τι τα λύχν΄’ ομμένομεν;
*
ΚΩΣΤΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ
Πεζολάτες του Ονείρου ή Φλυαρία της Σιωπής
Ούλοφ Πάλμε,
ειρηνοφόρε αδερφέ του πόνου.
Μη λογιάσεις πως αποκάμαμε, Φίλε μας,
σε τούτο το σκληρό μονοπάτι.
Το βόρειο σέλας των ματιών σου
πέφτει
στο λυκόφως των βασιλέων της νύχτας
και σύρριζα ξεπατώνει
τις καταματωμένες σημαίες τους
από τα ουρανοθέμελα
των υψηλών σου νευμάτων.
Μόνο να… δυσκολεύομαι να πιστέψω
πως σήμερα πάλι
οι απελπισμένοι στα μέτωπα της ειρήνης
σκαλίζουν ξανά
τη μνήμη των αλπικών σου βημάτων
και στον ανθώνα της σκέψης σου
ψάχνουν σημάδια της φωτιάς
που πυρπόλησε τις κλειδωμένες πόρτες
στα κάστρα των λησμονημένων μεσημβρινών.
Έτσι ανακαλύπτουν με οδύνη
πως η πορεία χαράσσεται και πάλι,
αναγκαστικά,
μέσα από τεκτονικές μετατοπίσεις
βαλτικών διαβρώσεων.
Περνά στο ύψος που τα έλατα ονειρεύονται
να σηκώσουν τα τσακισμένα γόνατα του πλανήτη
και μετεωρίζεται
στη φωτεινότητα των οριζόντων σου.
«Αν είσαι σφυρί, χτυπάς.
Αν είσαι αμόνι, ν’ αντέχεις», λένε.
Εκείνοι από πάντα είναι τ’ αμόνι
και τα σφυριά αδυσώπητα βαροκοπούν.
Ως πότε; Δε ρώτησαν ποτέ.
Αγναντεύουν μονάχα ψηλά
τις φωτισμένες κορυφές
και σαν κορυδαλλοί
ανυψώνονται κατακόρυφα προς το ΦΩΣ
τραγουδώντας.
(Ηράκλειο Κρήτης, 1997)
*
ΝΙΚΟΣ ΚΕΛΕΡΜΕΝΟΣ
V-146 ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ
Τέσσαρες αι Χάριτες. ποτί γαρ μία ταις τρισί κείναις
Άρτι ποτ’ επλάσθη, κήτι μύροισι νοτεί,
Ευαίων εν πάσιν αρίζαλος Βερενίκα,
Ας άτερ ουδ’ αυταί ται Χάριτες Χάριτες.
Τέσσερις γίναν τώρα οι Χάριτες·
κοντά στις τρεις μια ακόμη,
μόλις επλάσθηκε, κι αυτή στο μύρο μουσκεμένη.
Η καλότυχη, η αξιοζήλευτη απ’ όλους Βερενίκη
μακρυά της ακόμη και οι Χάριτες
δεν παραμένουν τέτοιες.
172 ΕΥΗΝΟΥ
Ει μισείν πόνος εστί,
φιλείν πόνος, εκ δύο λυγρών
αιρούμαι χρηστής έλκος έχειν οδύνης.
Αν είναι επίπονο το να μισής
να αγαπάς, επίπονο το ίδιο.
Από τα δυο παθήματα
εκλέγω την πληγή της λυπηρής αγάπης.
*
ΑΡΕΤΗ ΚΕΛΕΡΜΕΝΟΥ
Ο ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ
Του Χρίστου, που "έφυγε" στα 16.
Αγγελιαφόρος μνήμης,
εκείνος,
που περπατά ολομόναχος,
με πέλματα γυμνά
και φτέρνα αθανασίας.
Ξυπνά αμάραντους καημούς
στο εύθραυστο το έαρ.
Φως αστρικό,
ακοίμητο,
ακολουθεί
ταξίδι άγονης γραμμής.
Μοναχικό πουλί
ξενιτεμένο αιώνια.
Μέσα σε αρχαγγελική σιωπή,
ένας μικρός, μαρμαρωμένος
πρίγκηπας.
*
ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΥ
Τὸ ἀγρίλι
Ἀφήνεις σὲ μιὰν ἄκρη τὸ αὐτοκίνητο
καὶ μὲ ψαλίδα ἤ πριόνι κόβεις παράρριζα
ξεράδια, δύστροπα κλαδιά –
ἡ πιεσμένη φύση ν’ ἀνασάνει.
Στὸ δρόμο τοῦ βουνοῦ
μὰ καὶ σὲ μονοπάτια ἔρημα
πασίχαρα δεντράκια – ἔργα σου.
Σκύβουν τὰ τόσα χρόνια σου ὣς στὶς ρίζες τους,
ἤ μήπως στὶς δικές σου; Καθαρίζουν.
Ἀνησυχῶ, φωνάζω: Πρόσεχε.
Ὅμως, κάθε ποὺ συναντῶ τὸ ἀγρίλι
αὐτό, χαμένο μὲς στ’ ἀγκάθια κάποτε,
τώρα - νὰ σπινθηρίζει θαλερό,
τὸ νιώθω σὰν κρυφή μας κατοικία·
ὁλοδική μας ταπεινὴ αἰωνιότητα.
Μάρτης 2016
*
ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ
Πιάνω γράμμα
να σου στείλω.
Σκούριασε η γραφομηχανή.
Τα πλήκτρα κουρασμένα.
Και οι πένες χάσανε την λάμψη,
δεν θέλουνε να ζήσουν
σε καιρούς οθόνης.
Μεγαλώσαμε.
Οι λέξεις ανυπάκουες,
σπάνε εύκολα. Φοβούνται.
Άσε καλύτερα τις σιωπές
να μιλήσουν.
*
ΛΟΥΚΑΣ Δ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΔΩΝΑ
Εκτός από την αλήθεια υπάρχει και η Ιστορία.
Κανείς ήρωας δεν είναι αρκετός, του αντιμίλησε·
Και οι ήρωες παράγουν νεκρούς.
Ήρωες οι νεκροί, είναι ζήτημα ύψους, της αποκρίθηκε.
Κι εξάλλου ο πόλεμος δεν θα κρατήσει.
Δεν ήταν ό,τι εκείνη ήθελε ν’ ακούσει. Όμως
Οι πόλεμοι τελειώνουν γρήγορα· για τούτο είναι πολλοί.
Την άφησε να κρέμεται στο πέταλο.
Θα είναι εκεί στον γυρισμό; Σκέψη μπλεγμένη στο αντί
Τώρα που τα καμιόνια πιάνουν τα περίχωρα και
Τα παράθυρα τούς υποδέχονται άδεια από παντζούρια
Και κουρτίνες, άδεια από μισές ψυχές και μόνο
Κρεμασμένος ένας σκουριασμένος ποταμός σα μέσα μάτι.
Καίνε λάστιχα. Μυρίζει μπαρούτι, καμένο χαρτί.
Οι άντρες λιγομίλητοι, βλοσυροί, υπερόπτες.
Αέρας από το σερβάν στο πιάνο. Το ασύλληπτο.
Αυτή η ξένη πόλη είναι η δική του, τάφοι, ανδριάντες,
Η γυναίκα είναι αυτός. Μα το Θεό
Δεν είναι να σκέφτεσαι όταν το σπίτι σου καίγεται.
Στο προσκλητήριο οι σύντροφοι
Ίδιο μουσούδι με μαρμαρόσκονη
Δε βγαίνουν στο μέτρημα.
Σ’ ένα τσιγαρόκουτο σημειώνει:
«Πατρίδα και δεν το ’λπιζα μάνα για σε να γίνω».
Κι αμέσως κάτω από το ψευδοριζίτικο:
«Σπάστε τις πυξίδες·
Δεν υπάρχουν κατευθύνσεις για την πατρίδα».
*
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΑΛΟΥΣΤΡΟΣ
Απόγευμα Παραλίας
Τη λέγαν κάπως και την πάντρεψαν μικρή
με μια στολή και κάποιον αξιωματούχο.
Κανείς δε σκέφτηκε να πάρει και τη γνώμη του καιρού
τριγύρω οι ηλικίες αδιάφορες, γεμάτες υστερόβουλη σιωπή
στη χρυσοφόρο άνοιξη της Αλουμίνας.
Σπουδές δεν πρόλαβε κι ούτε κιθάρα, που ήταν τ’ όνειρό της,
την πάντρεψαν με μια στολή και κάποιον αξιωματούχο,
που απάνω στις καλές της τις γραμμές
τις νύχτες με του φλοίσβου την υπόκρουση
έγραφε με τα σάλια του το βιογραφικό της.
Τη λέγαν κάπως και την πάντρεψαν μικρή
ανάμεσα στις ηλικίες οι γέφυρες αράχνινος ιστός
τη γέλασαν πως η ζωή είναι με το μέρος της
ολότελα νωρίς ξέχασε το όνομά της,
κυρία μόνο κάποιου επώνυμου Κυρίου.
Κι όπως συμβαίνει με τους έγκλειστους
αλλού ο νους αλλού το σώμα.
Τώρα τα ηλιοβασιλέματα περιπολεί στην παραλία
τελείως αναγνώσιμη πίσω απ’ το μαύρο μεταξένιο παρεό της
ο ήλιος κρύφτηκε πίσω απ’ τα νιάτα της.
«καιρός του σπείρειν καιρός του θερίζειν»!
Τα λόγια αυτά τα κάνω πρόσφορο
στη μνήμη κάποιας Άννας, στη μνήμη
κάποιας Φωτεινής, κάποιας Μαρίας, στη μνήμη
όποιας Εύας έρχεται στο νου,
ώρα που η συνείδησή σας διαστέλλεται.
Για Εσάς δε θέλω τίποτα να πω,
αύριο μπορεί μαζί σας να σωπαίνω,
μα τώρα, που μπορώ να μηρυκάσω τη φωνή μου,
συμπάθειες και τέτοια δεν επιθυμώ.
Θέλω να με φοβάστε!
Αν σφόδρα το επιθυμήσετε,
αργότερα μπορεί και να χωρέσω στη συγνώμη σας
(κι ο πόνος σύμμαχος κι η μεταμέλεια),
μα πριν μην παραβλέψετε πάντα πως στη σκέψη μου
τα Άσπρα Σπίτια θα συνωνυμούν με κοιμητήριο!
*
ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΩΣΤΗ ΣΠΥΡΙΔΑΚΗΣ
ΚΑΤΣΕ ΛΗΣΤΗ
Κάτσε ληστή στο σπίτι σου, μην χάνεις τον καιρό σου.
Σε λάθος πόρτα μην χτυπάς και διάρρηξη μην κάνεις.
Αλλού να πας για κλέψιμο, αλλού να πας ν‘ αρπάξεις.
Παράτα το σεντούκι μου, δεν έχει αυτό πετράδια,
Δεν έχει σμύρνα, ουδέ χρυσό κι ουδέ μαργαριτάρια.
Μονέδας χρήμα δεν κρατά, συναλλαγή δεν έχει
Κι αν φουσκωμένο το θωρείς κι είναι βαρύ περίσσια
Δεν κάνεις λάθος! Βάρυνε ολόγιομο ως είναι,
μα έχει πόνους, βάσανα, ελπίδες πουλημένες
και υποσχέσεις ψεύτικες και λόγια ξεφτισμένα.
Εκεί στην κάθε του γωνιά πρόσωπα ξεχασμένα,
να βγουν στο φως αγωνιούν να πούνε ένα λόγο.
Εκεί στην κάθε του γωνιά όνειρα στοιβαγμένα,
να βγουν στο φως ακαρτερούν να γίνουνε αλήθεια.
Εκεί στην κάθε του γωνιά μυριάδες αναμνήσεις
κρατούν στιλέτα και σπαθιά, θέλουν να τιμωρήσουν
πρόσωπα και περίστασες, προθέσεις κι αντιθέσεις.
Εκεί σε κάποια του γωνιά είμαι κι εγώ αν ψάξεις,
κι είσαι κι εσύ, μα προς Θεού παράτα το σεντούκι,
σύρε αλλού την τύχη σου να κάμεις όπως θέλεις,
μα το σεντούκι που θωρείς Τράπεζα δεν το θέλει
μήτε φτωχός ή πλούσιος μήτε κι ευτυχισμένος.
Αυτό ναι φτωχοσέντουκο για τους βασανισμένους,
τους τραγοπόδαρους της Γης, τους αποκληρωμένους.
*
NURAY TUNÇ
APHRA BEHN'e MEKTUP
Yağmurları dinliyorum!
Yeni yüzyılın penceresinden,
Arka bahçem yaramaz çocukların vadisi
Aşk'ın en saf hali diyorum
Uçurtmalarını yarıştırırken...
Yağmurları dinliyorum!
Verimli tarlaların hasatlarından
Mutluluğum daha bir artıyor
Okuduğumda özgürlüğü yazan kadınları..
MANİSA-TÜRKİYE
20/03/2018
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ APHRA BEHN
Ακούω τις βροχές!
Από το παράθυρο του νέου αιώνα,
Ο πίσω κήπος είναι η κοιλάδα των άτακτων παιδιών
Λέω την πιο αγνή μορφή της αγάπης
Ενώ αγωνίζονται οι χαρταετοί...
Ακούω τις βροχές!
Από τις συγκομιδές των εύφορων πεδίων
Η ευτυχία μου μεγαλώνει περισσότερο
Διάβασα τις γυναίκες που έγραψαν την ελευθερία.
*
ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΤΣΙΚΡΙΤΣΗ-ΚΑΤΣΙΑΝΑΚΗ
Ετυμολογία
Πορεία κίνηση μέσα στις λέξεις
στα θρεπτικά συστατικά τους
στις χαμένες ρίζες τους
που διοχετεύουν την ουσία τους
ρευστή χρωματισμένη
σ’ αλλοίωσης συμπλέγματα
στην έγκυρη συμπύκνωση.
Ετυμολογία ταξίδεμα
άνοιγμα μυστικό
του άνθους της λέξης.
*
ΝΙΚΟΣ ΨΙΛΑΚΗΣ
Ο ποιητής
(καινούργια πατίνα σ' ένα νεανικό στίχο)
Έχτισα το σπίτι μου στη λευκή γη
του άγραφου χάρτη
παλεύοντας με το πείσμα
του άγραφου χρόνου.
Περιπλανήθηκα χρόνια και χρόνια στην άβυσσο
των ήχων που πλάθουν τις λέξεις
των λέξεων που γυμνώνονται σαν πρωτάρες παρθένες μπροστά μου,
μόνο και μόνο για να καλέσω τα πουλιά στο τραπέζι μου.
Και περνούσαν τα χρόνια
κι έστηνα ξόβεργες στους πτερόεντες φθόγγους
και ψέλλιζα καινούργιες κλητικές,
ονόματα στιλβωμένα με καινούργιες πατίνες,
λόγια ειπωμένα πριν γεννηθώ,
πριν γεννηθούν κι οι λέξεις ακόμη.
Δεν ξέρω αν γίνω ποτέ ποιητής
έμαθα πάντως να καλώ τα πουλιά στο τραπέζι μου.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ 
ΛΟΥΚΑΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Σχόλια